Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2017

Υπαπαντή του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού

Κόλπους Πατρὸς τυποῦσι τοῦ σοῦ, Χριστέ μου,
Τοῦ Συμεὼν αἱ χεῖρες, αἱ φέρουσί σε.
Δέξατο δευτερίῃ Χριστὸν Συμεὼν παρὰ Νηῷ.

 Το γεγονός αυτό εξιστορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς στο κεφάλαιο Β', στ. 22-35.
 Σαράντα ἡμέρες ἀπὸ τὴν κατὰ σάρκα Γέννησή Του ὁ Χριστὸς προσφέρθηκε στὸν Ναό, σύμφωνα μὲ τὰ καθιερωμένα ἀπὸ τὸν νόμο. Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ στὸν Ναὸ τοῦ ἔγινε ὑποδοχὴ ἀπὸ πνευματοκίνητους ἀνθρώπους, καὶ μάλιστα ἐπειδὴ ὁ Συμεὼν τὸν πῆρε στὴν ἀγκαλιά του, γι᾿ αὐτὸ καὶ λέγεται Ὑπαπαντή. Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα ὑπαντάω καὶ σημαίνει ἔρχομαι σὲ συνάντηση κάποιου.

Ἡ Ἐκκλησία καθόρισε ἡ μεγάλη αὐτὴ Δεσποτικοθεομητορικὴ ἑορτὴ νὰ ἑορτάζεται τὴν 2α Φεβρουαρίου, γιατὶ αὐτὴ ἡ ἡμέρα εἶναι ἡ τεσσαρακοστὴ ἀπὸ τὴν 25η Δεκεμβρίου, ποὺ ἑορτάζεται ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ κατὰ σάρκα. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο διαιρεῖ τὸν ἐτήσιο χρόνο μὲ τοὺς σταθμοὺς τῆς θείας οἰκονομίας καὶ τὸν εὐλογεῖ. Ταυτόχρονα δίνει στὸν ἄνθρωπο τὴν δυνατότητα νὰ μυηθῇ στὸ μεγάλο μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ θεοῦ.
  
 Kατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμά, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη καθαρισμοῦ, ἀφοῦ ὁ καθαρμὸς νομοθετήθηκε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ γιὰ τοὺς γεννήτορας καὶ γιὰ τὰ γεννώμενα, ἀλλὰ τὸ ἔκανε χάριν ὑπακοῆς στὸν Νόμο ποὺ Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ἔδωσε. Δὲν εἶχε ἀνάγκη καθαρμοῦ ὁ Χριστός, γιατὶ συνελήφθη ἀσπόρως καὶ γεννήθηκε ἀφθόρως. «Πάντως οὐκ ἦν χρεία καθαρισμοῦ, ἀλλ᾿ ὑπακοῆς ἦν ἔργον». Βέβαια, ἡ ὑπακοὴ ἔχει τὴν ἔννοια τῆς ὑπακοῆς στὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑπακοῆς τοῦ νέου Ἀδάμ, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὴν ἀνυπακοὴ τοῦ παλαιοῦ Ἀδάμ. Καὶ ἐὰν ἡ ἀνυπακοὴ τοῦ πρώτου Ἀδὰμ εἶχε συνέπεια τὴν πτώση καὶ τὴν φθορά, ἡ ὑπακοὴ τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Χριστοῦ, ἐπανέφερε τὴν παρακούσασα ἀνθρώπινη φύση στὸν Θεὸ καὶ θεράπευσε τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν εὐθύνη τῆς παρακοῆς.

Βεβαίως, ἡ γέννηση τῶν παιδιῶν εἶναι εὐλογία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἁγνοῆται ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο γεννᾶται ὁ ἄνθρωπος εἶναι καρπὸς καὶ ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως, εἶναι οἱ λεγόμενοι δερμάτινοι χιτῶνες, ποὺ φόρεσε ὁ Ἀδὰμ μετὰ τὴν πτώση καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Μέσα στὰ πλαίσια αὐτὰ πρέπει νὰ δοῦμε τὸ ψαλμικό: «Ἰδοὺ γὰρ ἐν ἀνομίαις συνελήφθην καὶ ἐν ἁμαρτίαις ἐκίσσησέ με ἡ μήτηρ μου» (Ψαλμ. 50, 7). Τελικά, ὁ Θεὸς εὐλόγησε αὐτὸν τὸν τρόπο γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, κατὰ παραχώρηση, ἀλλὰ ὅμως εἶναι καρπὸς τῆς πτώσεως. Τόσο οἱ γονεῖς ὅσο καὶ τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ ἐνθυμοῦνται αὐτὴν τὴν πραγματικότητα. Μέσα στὰ θεολογικὰ αὐτὰ πλαίσια πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ τελετὴ τοῦ καθαρισμοῦ.
Ὅταν σκεφθοῦμε αὐτὲς τὶς θεολογικὲς ἀλήθειες μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅτι οὔτε ὁ Χριστὸς οὔτε ἡ Παναγία εἶχαν ἀνάγκη καθαρισμοῦ. Ἡ ἄσπορη σύλληψη καὶ ἡ ἄφθορη γέννηση δὲν συνιστοῦν ἀκαθαρσία.

 Ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικὰ καὶ κεντρικὰ πρόσωπα τῆς Ὑπαπαντῆς, ἐκτὸς βέβαια, ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, ἦταν καὶ ὁ Συμεών, «ὁ δίκαιος καὶ εὐλαβής», ποὺ ἀξιώθηκε νὰ προϋπαντήσῃ τὸν Χριστό, νὰ τὸν λάβῃ στὰ χέρια του καὶ νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ μὲ τὴν δύναμη καὶ ἐνέργεια τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Πραγματικά, πρόκειται γιὰ μία μεγάλη προσωπικότητα, τόσο γιὰ τὸ ὅτι εἶδε τὸν Χριστό, ὅσο καὶ γιὰ τὰ ὅσα εἶπε τὴν στιγμὴ ἐκείνη.  Ὅταν ὁ δίκαιος Συμεὼν συνάντησε τὴν Παναγία ποὺ κρατοῦσε τὸν Χριστό, ἔλαβε τὸ θεῖο βρέφος στὴν ἀγκαλιά του. «Καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸ εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν» (Λουκ. β´ 28). Αὐτὴ ἡ σκηνὴ εἶναι συγκλονιστική. Καί, βέβαια, δὲν μποροῦσε νὰ γίνῃ αὐτό, ἂν οἱ βραχίονές του δὲν ἐνισχύονταν ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Μόλις ὁ δίκαιος Συμεὼν ἔλαβε στὴν ἀγκαλιά του τὸν Χριστὸ ἀνεφώνησε: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ, ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἠτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραὴλ» (Λουκ. β´ 29-31). Πρόκειται γιὰ μία μεγαλειώδη φράση, τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία παρέλαβε καὶ ἔθεσε στὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλες ἀκολουθίες, ὅπως τὴν εὐχαριστία μετὰ τὴν μετάληψη τῶν Τιμίων Δώρων.

 Ἕκτος ἀπὸ τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Θεοδόχο, στὸν Ναὸ παρευρέθηκε καὶ ἡ Ἄννα, ἡ Προφήτις, ποὺ ἀξιώθηκε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸν Θεὸ καὶ νὰ διακηρύξῃ ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ λυτρωτής της. Ἡ Ἄννα βρισκόταν στὴν ἡλικία τῶν ὀγδόντα τεσσάρων ἐτῶν, καὶ ἦταν χήρα, ἀφοῦ εἶχε ζήσει μὲ τὸν ἄνδρα της ἑπτὰ χρόνια (Λουκ. β´ 36).
Τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τῆς Ἄννας ἦταν ὅτι βρισκόταν μέρα νύκτα στὸν Ναὸ καὶ δὲν ἀπομακρυνόταν ἀπὸ αὐτόν. Ἔτσι, ἐνῶ ὁ Συμεὼν ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα στὸν ναό, αὕτη ἔμενε ἐκεῖ καὶ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀναγνώρισε τὸν Θεό.

Κατά την ολονυκτία της Υπαπαντής στην Κωνσταντινούπολη, οι βασιλείς συνήθιζαν να παρευρίσκονται στο Ναό των Βλαχερνών. Η συνήθεια αυτή εξακολούθησε μέχρι τέλους της βυζαντινής αυτοκρατορίας.

 Ἀπολυτίκιον 
Ἦχος α’.
Χαῖρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἠμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβῦτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἠμῶν, χαριζόμενον ἠμὶν καὶ τὴν Ἀνάστασιν.

Κοντάκιον
Ἦχος α’.
Ὁ μήτραν παρθενικὴν ἁγιάσας τῷ τόκῳ σου, καὶ χεῖρας τοῦ Συμεὼν εὐλογήσας ὡς ἔπρεπε, προφθάσας καὶ νῦν ἔσωσας ἠμᾶς Χριστὲ ὁ Θεός. Ἀλλ' εἰρήνευσον ἐν πολέμοις τὸ πολίτευμα, καὶ κραταίωσον Βασιλεῖς οὖς ἠγάπησας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου