Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Η θέση του Οσίου Ιακώβου Τσαλίκη για τις συμπροσευχές με ετεροδόξους αλλά και το Βάπτισμα αυτών

 

«Κάποτε ἐπισκέφθηκε τὸ Μοναστήρι μᾶς ἕνας Προτεστάντης πάστορας. Ὅταν μὲ ἐνημέρωσαν ὅτι αὐτὸς ὁ κύριος εἶναι ἱερέας τῶν Προτεσταντῶν, τὸν πλησιάσαμε καὶ τὸν ξεναγήσαμε στὸ Μοναστήρι μας. Μετά, εἶπα νὰ ἑτοιμάσουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο φαγητό. Ἐγὼ δὲν κάθησα μαζί του στὸ τραπέζι, ἀλλὰ ἀποσύρθηκα στὸ κελί μου. Διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τάξις. Οἱ Πατέρες ἀπαγορεύουν τὴ συμπροσευχὴ ποὺ προηγεῖται τῆς κοινῆς τραπέζης».

Σὲ ἄλλη περίπτωση ἐπισκέφθηκαν τὸ Μοναστήρι δύο ἁγιορεῖτες ἱερομόναχοι καὶ μιὰ ἡλικιωμένη κυρία Καθολική, ρωσικῆς καταγωγῆς, ποὺ εἶχε ἀποφασίσει νὰ γίνει Ὀρθόδοξη.


Ὅταν στὸ Γέροντα ἀναφέρθηκε ὅτι, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, στὰ ἄτομα αὐτὰ εἶναι ἀρκετό το μυστήριο τοῦ Χρίσματος, χωρὶς τὸ Βάπτισμα, ὁ Γέροντας εἶπε:

- Δὲν γνωρίζω τί ἀποφάσισε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος. Ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζω εἶναι ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο λέει: «ὁ πιστεύσας καὶ βαπτισθεῖς σωθήσεται». Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται κανονικά το μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καὶ τοῦ Χρίσματος.

Καὶ σὲ ἕνα τρίτο περιστατικὸ ἑνὸς Καθολικοῦ, ποὺ θέλησε νὰ βαπτισθεῖ, ἀφοῦ ὁ Γέροντας τὸν προέτρεψε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ἐπίσκοπό τῆς περιοχῆς του, ἀπ’ ὅπου ἐπέστρεψε μὲ τὴ σύσταση ὅτι δὲν χρειάζεται βάπτισμα ἄλλα μόνο χρίσμα, χωρὶς νὰ σχολιάσει τὴν παραπάνω ἀντιμετώπιση, ἔφερε μία μεγάλη κολυμβήθρα στὸ Μοναστήρι καί, βοηθούμενος ἀπὸ ἕνα ἀρχιμανδρίτη, πνευματικό του τέκνο, βάπτισε κανονικὰ τὸν ἐν λόγω ἄνθρωπο στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπη.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Ἰωάννη Κωστὼφ «ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΦΟΔΙΑ, ὄχι νὰ ἐκτρέφουμε, ἀλλὰ νὰ ἐκτρέπουμε τὴν αἵρεσι», σέλ. 55-56

 *******************************************

«Ο­ταν έ­μει­νε γι­α δι­α­νυ­κτέρευ­ση στο Μο­να­στήρι ε­νας πα­πι­κός, ο Γέρον­τας του φέρ­θη­κε με α­γάπη. Ο ε­πι­σκέπτης ήταν κα­λο­προ­αίρε­τος και είχε πολ­λές α­πο­ρίες.


Ο Γε­ρον­τας του ε­ξη­γού­σε με κα­λωσύ­νη και πρα­ο­τη­τα. Το­τε το Μο­να­στη­ρι δεν ει­χε την με­γα­λη τρα­πε­ζα που ε­χει τω­ρα, και ε­τρω­γαν ο­λοι μα­ζι (μο­να­χοί, κλη­ρι­κοί, λα­ι­κοί) σε μι­α μι­κρη τράπε­­ζα (τρα­πε­ζα­ρι­α) στο ι­σο­γει­ο, δι­πλα στη βρυ­ση.


Ει­χαν προ­πο­ρευ­θη ο­λοι οι αλ­λοι. Κα­θησαν στην τρα­πε­ζα και πε­ρι­με­ναν τον Γε­ρον­τα.


Ο­ταν μπη­κε ο Γε­ρον­τας με­σα, ο­λοι ση­κω­θη­καν α­πο σε­βα­σμο αλ­λα και γι­α να γι­νη η συ­νη­θι­σμε­νη προ­σευ­χη της τρα­πε­ζης. Ο Γε­ρον­τας κα­θησε, ει­πε και στους αλ­λους να κα­θη­σουν, ε­κα­νε το σταυ­ρο του και αρ­χι­σε να τρω­η.


Ο πα­πι­κος η­ταν πι­στος. Παίρ­νει το λόγο και λε­ει στο Γε­ρον­τα: ”Γέροντα, δεν θα κα­νω­με προ­σευ­χη;”. Και ο Γε­ρον­τας ή­ρε­μα του α­παν­τα: ”Καλύ­τε­ρα να κα­νω­με σι­ω­πη­”. Και συ­νε­χι­σε το φα­γη­το του.
 
 Ας κα­τα­νο­η­σουν το πνεύ­μα του α­γι­ου Γε­ρον­τος ο­σοι ε­πι­με­νουν στις συμ­προ­σευ­χες με ε­τε­ρο­δο­ξους».



Πηγή: Ελληνική Ναύς



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου